Αίτημα ΕΑΚ για παραίτηση του Γραμματέα του Συλλόγου των ΠΕ Διοικητικών Υπαλλήλων Πτυχιούχων Ανωτάτων Σχολών ΥΠΠΟΑ εκλεγμένου με τη ΔΗΣΥΠ, Χάρη Παππή

Η συμμετοχή του Συλλόγου στην απεργία αποχή από τη διαδικασία της αξιολόγησης αποτέλεσε μια από τις αποφάσεις της πρόσφατης ΓΣ του Συλλόγου (11/6/2018).

Η απόφαση για συνέχιση της απεργίας αποχής προέκυψε ως συνέχεια της επιτυχημένης απεργίας του 2017. Συνεχίστηκε η απεργία, παρά τη στάση των συνδικαλιστικών δυνάμεων που συγκροτούν το προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ (ΔΑΚΕ, ΠΑΣΚΕ/ΔΗΣΥΠ, ΕΑΕΚ/ΣΥΡΙΖΑ και ΣΥΝδικαλιστική ΑΝατροπή) που άρχισαν να μιλούν για μια «καλή, μη τιμωρητική αξιολόγηση» και ξεκίνησαν έναν διάλογο με την πολιτική ηγεσία του ΥΔΑ, προσδοκώντας ότι η κ. Γεροβασίλη θα απέσυρε, έστω, την τροπολογία για τον αποκλεισμό των προϊστάμενων-απεργών από τις κρίσεις για τις θέσεις ευθύνης (αρ. 24Α, ν. 4369/2016). Η κήρυξη από την ΑΔΕΔΥ εκ νέου της απεργίας αποχής από την αξιολόγηση για το έτος 2018 σηματοδοτεί μια πιο δύσκολη περίοδο στη μάχη για να μην περάσει η αντιδραστική αναδιάρθρωση στο δημόσιο που υπηρετεί απαρέγκλιτα και η σημερινή κυβέρνηση (τη συρρίκνωση δομών, τις συγχωνεύσεις υπηρεσιών-φορέων, την κατασκευή πλεονασμάτων προσωπικού και τη δραματική μείωσή του, τις υποχρεωτικές μετακινήσεις, την ιδιωτικοποίηση τομέων ευθύνης του δημοσίου και την προωθούμενη επιχειρηματική λειτουργία συνολικά του δημοσίου, την εντατικοποίηση της εργασίας, την ανάθεση παράλληλων καθηκόντων κοκ).

Η συμμετοχή στη διαδικασία της αξιολόγησης μελών του ΔΣ πρωτοβάθμιων Συλλόγων, όπως ο δικός μας Σύλλογος, που σπάνε την απεργία και δεν υλοποιούν τις αποφάσεις των ΓΣ του Συλλόγου, προφανώς αποτελεί λόγο παραίτησής τους από το ΔΣ του Συλλόγου. Η ΕΑΚ ζητά τη σύγκληση έκτακτου ΔΣ για το θέμα.

Προβολή και διαχείριση των μνημείων ή αρχαιολογία και PR (;)

36742207_899503030249851_8836044417153368064_n

Της Τίνας Γερολύμου, αρχαιολόγου

Στη νέα πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί για την επιστήμη της αρχαιολογίας, με την απίστευτη διεύρυνση που επιτεύχθηκε μέσω της σύνδεσής της με πεδία των φυσικών επιστημών και τα νέα τεχνολογικά εργαλεία που έχει πια στη διάθεσή της, αυτό που φαίνεται να απασχολεί συχνά περισσότερο την κοινότητα των αρχαιολόγων του ΥΠΠΟΑ (ή σίγουρα ένα μέρος αυτής) δεν είναι η καλύτερη και αποτελεσματικότερη διαχείριση της παραγόμενης γνώσης, μέσω της αναζήτησης νέων μεθοδολογικών εργαλείων και ενδεχομένως νέων τρόπων επεξεργασίας και αξιοποίησης αυτής. Αντιθέτως, παρατηρείται μια αυξανόμενη ανάγκη απλής προβολής του αποτελέσματος μόνον ενός έργου, ως αυτόνομου γεγονότος, και μέσω αυτής των ίδιων των φορέων υλοποίησής του και ακόμη ειδικότερα, των ίδιων των επικεφαλής αρχαιολόγων.

Είναι δεδομένο ότι ο τρόπος διαχείρισης του πλούσιου πολιτιστικού αποθέματος της χώρας, έχει αναχθεί από καιρό σε ξεχωριστό κομμάτι της αρχαιολογικής(;) επιστήμης, που διδάσκεται και σε νεότερα τμήματα πανεπιστημιακών σχολών Ιστορίας & Αρχαιολογίας. Κανείς δεν είναι αντίθετος σε αυτό, ειδικά σε μια εποχή κατά την οποία η τουριστική προβολή και η πολύπλευρη αξιοποίηση των μνημείων συγκαταλέγεται στους κύριους μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης.

Στο πλαίσιο αυτής της διαχείρισης εντάσσεται και η προβολή και η ανάγκη επικοινωνίας του πολύ σημαντικού έργου που συντελείται από το ΥΠΠΟΑ. Ως γνωστόν, τα τελευταία χρόνια, παρά την οικονομική κρίση, εκτελέστηκαν κυρίως μέσα από το πρόγραμμα του ΕΣΠΑ αλλά και από άλλες πηγές (ΠΔΕ, ιδιωτικές χορηγίες), ένα πλήθος έργων αποκατάστασης και ανάδειξης μνημείων και αρχαιολογικών χώρων σε όλη την Ελλάδα.

Στα περισσότερα από αυτά, υπήρχε ως συμβατική υποχρέωση του φορέα υλοποίησης, δηλαδή των κατά τόπους περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΠΟΑ και η δημοσιοποίηση του έργου, κυρίως μέσα από την έκδοση ανάλογων ενημερωτικών φυλλαδίων, προκειμένου να πιστοποιείται το πριν και το μετά των εργασιών και να αποδεικνύεται η διάθεση των χρημάτων που δαπανήθηκαν. Σωστή και κατανοητή ενέργεια, στο βαθμό που αυτά δεν κατέληγαν, όπως τελικά αποδείχθηκε ορισμένες φορές, σε προσωπικά «κείμενα δημοσίων σχέσεων», για να αντιγράψουμε την έκφραση του ανοικτόμυαλου και προοδευτικού καθηγητή αρχαιολογίας Αντώνη Ζώη, την οποία χρησιμοποίησε πριν από τριάντα χρόνια για να επισημάνει τι δεν πρέπει να είναι τα κείμενα των αρχαιολογικών χρονικών που δημοσιεύονται ως σύντομη ενημέρωση των πεπραγμένων κάθε περιφέρειας.

Αυτή η όψιμα πολύ προβεβλημένη πτυχή της αρχαιολογικής(;) επιστήμης, έχω την εντύπωση ότι οδηγεί ενίοτε σε μια σταδιακή απομάκρυνση από «τα ουσιώδη». Η διενέργεια και ολοκλήρωση μιας σωστικής ανασκαφής στο πλαίσιο ενός δημόσιου ή ιδιωτικού έργου, η συντήρηση και η αποκατάσταση ενός μνημείου, η ανάδειξη ενός αρχαιολογικού χώρου, η σύγχρονη επανέκθεση ενός μουσείου, συνιστούν υποχρέωση των υπηρεσιών του ΥΠΠΟΑ και αποτελούν βασική, αυτονόητη εργασία των λειτουργών αυτού. Όσο κι αν όλα αυτά είναι αναμφίβολο ότι ολοκληρώνονται πολύ συχνά με μεγάλο κόπο, προσπάθεια και αρκετές αντιξοότητες, ωστόσο αυτό ήταν και εξακολουθεί να είναι πρωτίστως, το βασικό έργο των αρχαιολόγων του ΥΠΠΟΑ. Αυτό υπήρξε κύρια απασχόληση για γενιές αρχαιολόγων που εργάστηκαν σε πραγματικά δύσκολες συνθήκες και οι οποίοι, με περιορισμένα τεχνικά μέσα και οικονομικούς πόρους, επιτέλεσαν μεγάλο και ουσιαστικό έργο, χωρίς τη συνεχή «διαφήμιση» και τη διαρκή ανάγκη προβολής και αυτο-επιβεβαίωσης.

Αναντίρρητα οι σημερινές συνθήκες έχουν αλλάξει κατά πολύ και οι νέες μορφές επικοινωνίας και πληροφόρησης έχουν επιβάλλει έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης και αντιμετώπισης των πραγμάτων. Οι υγιείς μηχανισμοί επικοινωνίας του παραγόμενου έργου και διάχυσης των πληροφοριών που προκύπτουν από αυτό (όπως δημοσιεύσεις, ημερίδες, ξεναγήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα) είναι απολύτως αναγκαίο να υπάρχουν, προκειμένου το σύνολο της κοινότητας κάθε τόπου και κυρίως η νέα γενιά να ενημερωθεί, να προσεγγίσει, να αγαπήσει τα μνημεία και να τα εντάξει στη σύγχρονη ζωή. Όλα τα υπόλοιπα κατά την προσωπική μου οπτική είναι show business.

Ως εκ τούτου, μοιάζει απλή άσκηση δημοσίων σχέσεων και προσωπικής προβολής των εκάστοτε επικεφαλής των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΠΟΑ η πραγματοποίηση εκδηλώσεων σχεδόν για κάθε μνημείο που αναστηλώνεται και για κάθε χώρο που αναδεικνύεται (ενώ υπάρχουν αποτελεσματικότεροι και υγιέστεροι τρόποι δημοσιοποίησης του έργου που επιτελέστηκε, όπως προαναφέρθηκε), ειδικότερα μάλιστα όταν σε όλη αυτή τη «γιορτινή ατμόσφαιρα» προσκαλούνται και πολιτικά πρόσωπα (κατ’ επιλογήν πάντα), οι οποίοι βεβαίως δεν αποκλείονται εκ προοιμίου, αλλά στην πλειονότητά τους δεν είχαν ούτε ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να αποκτήσουν ειλικρινή σχέση με τα μνημεία. Παράλληλα, η υπερβολική έκθεση, όχι μόνο στα ΜΜΕ αλλά κυρίως (και δυστυχώς) στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τις προσωπικές σελίδες προϊσταμένων στο facebook να έχουν υποκαταστήσει σε πολλές περιπτώσεις τις ιστοσελίδες των Εφορειών και την ανταλλαγή προσωπικών σχολίων και like σε επίπεδο παρατεταμένων εφηβικών χρόνων, προσωπικά μου προκαλεί απέχθεια και απογοήτευση.

Καθώς η εικόνα και η προβολή είναι αυτό που πλέον υπολογίζεται, η προτροπή του Επίκουρου «λάθε βιώσας» έχει μείνει στα αζήτητα, ενώ για την αλαζονεία που διαφαίνεται να αναδεικνύεται σε προσόν του κλάδου μας, από τις πολλές σχετικές ρήσεις των φιλοσόφων και των Πατέρων της Εκκλησίας επιλέγω εκείνη του Βίαντος «Αλαζονεία εμπόδιον σοφίας».

Επειδή κάθε κείμενο που δημοσιεύεται γίνεται αντικείμενο δημόσιας κριτικής, είναι μάλλον βέβαιο ότι θα υπάρχουν αντιδράσεις εντός της κοινότητας των συναδέλφων. Καλοδεχούμενες.

Για τις… «καινοτόμες» ιδέες του κ. Στρατή περί «διευθέτησης» του χρόνου εργασίας

σταθης-σκιτσο-18-06-2010

Σε συνέντευξη που έδωσε ο υφυπουργός Πολιτισμού Κ. Στρατής στις 24/6/2018 στην «Εφημερίδα των Συντακτών» έριξε την ιδέα να «μετατραπεί με γενναιότητα η μισθοδοσία του έκτακτου προσωπικού και της έκτης ημέρας σε προσλήψεις μονίμων. Πηγαίνουμε έτσι σε πρόγραμμα διευθέτησης εργασίας 6 ημέρες το καλοκαίρι, 4 τον χειμώνα».

Με άλλα λόγια, για να αντιμετωπιστεί το οξύ πρόβλημα έλλειψης φυλακτικού προσωπικού σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, προτείνει την ευέλικτη εργασία των αρχαιοφυλάκων: να δουλεύουν 6 μέρες το καλοκαίρι και 4 το χειμώνα (με αντίστοιχη μείωση αποδοχών)! Αυτή, μάλιστα, η «σκέψη» πλασάρεται ως μια καινοτόμα ιδέα που έρχεται από το μέλλον! «Ας δούμε μπροστά, παραπέρα από αυτό που είναι συνήθειά μας και έρχεται από το παρελθόν», λέει ο υφυπουργός.

Δε ξέρουμε αν πρόκειται πράγματι για προσωπική του σκέψη, όπως έσπευσε δύο φορές να τονίσει στην ίδια συνέντευξη, ή αν ο κ. Στρατής λειτουργεί ως προπομπός ιδεών που κυοφορούνται στην κυβέρνηση. Ξέρουμε, όπως, πως αυτές οι νεοφιλελεύθερης κοπής ιδέες κατάργησης του πενθημέρου, ελαστικοποίησης της εργασίας, «ευέλικτης» εναλλαγής ωραρίου ή και καθηκόντων, εκ περιτροπής εργασίας κλπ. ούτε νέες είναι ούτε, βέβαια, έρχονται από το μέλλον.

Πρόκειται για αναμάσημα εξαιρετικά επικίνδυνων και αντιδραστικών ιδεών που έρχονται κατευθείαν από την εργασιακή ζούγκλα που ονειρεύονται να προωθήσουν οι κάθε λογής εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, με πρόσχημα την κρίση και την ανεργία.

Τις ιδέες αυτές τις ξανακούσαμε από το 2010, όταν με το πρώτο μνημόνιο επιχειρήθηκε να εισαχθεί αυτή η συζήτηση και στον δημόσιο τομέα. Δεν αφορά, προφανώς, μόνο τους αρχαιοφύλακες, αλλά κάθε κατηγορία εργαζομένων, που με τη μετατροπή τους από εργαζόμενους σε συγκεκριμένο αντικείμενο και σε συγκεκριμένο φορέα και τόπο, σε «κρατικούς» υπαλλήλους, θα μπορούν, κατά τους εμπνευστές αυτών των σχεδίων, να καλύπτουν κάθε λογής ανάγκες: οι αρχαιοφύλακες να προσαρμόζουν τις μέρες και ώρες εργασίας ανάλογα με την τουριστική κίνηση, οι εκπαιδευτικοί να καλύπτουν το καλοκαίρι άλλες ανάγκες του δημοσίου, το νοσηλευτικό προσωπικό να μετακινείται το καλοκαίρι από τα αστικά κέντρα στα νησιά κοκ.

Οι εργαζόμενοι/ες δεν έχουν κανέναν λόγο να μπουν σε τέτοιες συζητήσεις! Αντίθετα, έχουν κάθε λόγο να απορρίψουν κατηγορηματικά και απερίφραστα κάθε ανάλογη σκέψη και να εντείνουν τον αγώνα τους για: μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού προκειμένου να καλυφθούν τα δραματικά κενά, μονιμοποίηση των συμβασιούχων, μείωση του εργάσιμου χρόνου με αύξηση των αποδοχών!