Μπροστά σε μια νέα κατάσταση

Δύο μήνες από τις εκλογές, μετά τη συμφωνία στο Γιούρογκρουπ και με τις πολιτικές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να ξεδιπλώνονται, είναι η ώρα για μια πρώτη αποτίμηση, η ώρα να δούμε πού πηγαίνουν τα πράγματα στο Δημόσιο και στο χώρο του πολιτισμού, η ώρα ενός νέου σχεδιασμού της δράσης των εργαζομένων στο ΥΠΠΟΑ.

Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά: Η επιστροφή όλων των διαθέσιμων στις δουλειές τους με νομοσχέδιο τις επόμενες μέρες, όπως (επαν)επιβεβαίωσε πρόσφατα ο αρμόδιος αν. υπουργός κ. Κατρούγκαλος, είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα και δικαιώνει τους αγώνες που δώσαμε. Αγκάθι, ωστόσο, συνεχίζουν να αποτελούν τα όσα έχουν ειπωθεί για «κινητικότητα» και για «προσωποπαγείς θέσεις». Οι συνάδελφοί μας πρέπει να γυρίσουν άμεσα στις οργανικές θέσεις τους (ο πολιτισμός χρειάζεται τις οργανικές θέσεις σχεδιαστών, εργατών, βιβλιοθηκονόμων κ.λπ. που προσπάθησε να εξαφανίσει η προηγούμενη κυβέρνηση!). Μαζί τους πρέπει να επιστρέψουν οι 187 συνάδελφοι που περιμένουν το διορισμό τους από το 2010 (!), σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 164/2004, όπως και όσοι συμβασιούχοι έχουν κερδίσει δικαστικές αποφάσεις μετατροπής των συμβάσεών τους σε ΙΔΑΧ.

Θετική είναι και η εξαγγελία (παρά τη σύνδεσή της με την «κινητικότητα») ότι οι ΙΔΑΧ θα εξομοιωθούν με τους μόνιμους υπαλλήλους (αν και όχι ως προς την ασφάλιση), καθώς και η δέσμευση ότι «παγώνουν» οι διατάξεις του Ν.4250 (νόμος Μητσοτάκη) για την «αξιολόγηση» και τον «επανέλεγχο» των ΙΔΑΧ. Για ποιο λόγο, όμως, δεν καταργείται εξολοκλήρου ο νόμος 4250, αν η κυβέρνηση δεν θέλει να τον εφαρμόσει; Για να μη θεωρηθεί «μονομερής ενέργεια»; Στα θετικά θα πρέπει να καταγραφεί και η επαναλειτουργία της ΕΡΤ, παρότι δρομολογείται με τρόπο που διαφέρει τόσο από τις προεκλογικές δεσμεύσεις όσο και από τη βούληση των ίδιων των εργαζομένων.

Τα υπόλοιπα δεν είναι και τόσο καλά: Δυστυχώς, ο δημόσιος τομέας εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο άσκησης περιοριστικών πολιτικών για τα… μάτια της Τρόικας (ή των «θεσμών», αν προτιμάτε). Ο χορός ξεκίνησε με τη μείωση των υπουργείων σε 10, που χωρίς καμία λογική «εξαφάνισε» το Υπουργείο Πολιτισμού και το Υπουργείο Περιβάλλοντος (δύο τομείς στους οποίους κατεξοχήν θα έπρεπε να δίνει έμφαση μια κυβέρνηση που αναφέρεται στην αριστερά και την οικολογία). Συνεχίστηκε με την επιστολή Βαρουφάκη προς τους «θεσμούς», που δεσμεύεται για υλοποίηση του σχεδιασμού ενοποίησης των υπουργείων εντός 6μήνου. Επιβεβαιώθηκε στο Υπουργείο μας με την εξουσιοδοτική που δίνει στον αναπληρωτή Υπουργό Πολιτισμού αρμοδιότητες περίπου… Γενικού Γραμματέα, αλλά και την είδηση ότι πάμε για νέο Οργανισμό που θα είναι κοινός με αυτόν του Υπουργείου Παιδείας! Η συνέχεια έρχεται με την τοποθέτηση αναπληρωτή (!) Γενικού Γραμματέα στον πολιτισμό. Και βέβαια με την διαπίστωση ότι… «λεφτά δεν υπάρχουν». Συνέχεια

ΕΚΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ: Ας στείλουμε και πάλι ένα ηχηρό μήνυμα ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ!

Αυτό το διάστημα διεξάγονται σε όλη τη χώρα οι εκλογές για την ανάδειξη αιρετών εκπροσώπων των μονίμων και αορίστου χρόνου εργαζομένων στα Υπηρεσιακά Συμβούλια του Υ.ΠΟ.ΠΑΙ.Θ.

Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια είναι όργανα διοίκησης, αρμόδια για τις υπηρεσιακές μεταβολές των υπαλλήλων (π.χ. μεταθέσεις, αποσπάσεις, μετατάξεις), αλλά και για άλλα σημαντικά ζητήματα, όπως η αναγνώριση της συνάφειας μεταπτυχιακών σπουδών, η χορήγηση εκπαιδευτικών, ερευνητικών ή άνευ αποδοχών αδειών και η χορήγηση αδειών για την άσκηση ιδιωτικής εργασίας με αμοιβή. Δυστυχώς, οι μνημονιακοί νόμοι αφαίρεσαν – για ευνόητους λόγους – από τα υπηρεσιακά συμβούλια την αρμοδιότητα των κρίσεων – τοποθετήσεων Τμηματαρχών και Διευθυντών, καθώς και τη δυνατότητά τους να λειτουργούν και ως Πειθαρχικά Συμβούλια!

Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια αποτελούνται από 3 μέλη διορισμένα από τη Διοίκηση και 2 αιρετούς αντιπροσώπους των εργαζομένων. Έτσι, τα διορισμένα μέλη (ελεγχόμενα από την εκάστοτε ηγεσία του Υπουργείου) έχουν πάντα την απόλυτη πλειοψηφία. Ασφαλώς δεν πρόκειται για τυχαία επιλογή, αφού τα Υπηρεσιακά Συμβούλια αποτελούν κατεξοχήν διαδικασία μέσω της οποίας η Διοίκηση προσπαθεί να περνά τις ευνοϊκές μεταχειρίσεις των «ημετέρων». Το ζήτημα όμως είναι, ποια είναι η στάση των αιρετών απέναντι σε αυτή την κατάσταση; Συνέχεια